Μαυροδάφνη | Η ποικιλία της επόμενης μέρας

Μαυροδάφνη | Η ποικιλία της επόμενης μέρας

0

Μέχρι πριν από μια δεκαετία η ποικιλία Μαυροδάφνη ήταν γνωστή μόνο για την συμμετοχή της στην παραγωγή γλυκών ενισχυμένων κρασιών, που επίσης ονομάζονται Μαυροδάφνες.

Τα τελευταία χρόνια όμως, όλο και περισσότεροι οινοποιοί καταπιάνονται με την καλλιέργεια και την παραγωγή ξηρών κρασιών από Μαυροδάφνη, τόσο μονοποικιλιακών όσο και σε συνδυασμό με άλλες ελληνικές ή διεθνείς ποικιλίες.

 

Η ποικιλία και τα αμπελογραφικά χαρακτηριστικά της

Την Μαυροδάφνη την συναντάμε και ως Μαυροδαφνίτσα ή Μαυροδράμη. Εσφαλμένα έχει επικρατήσει να αναφέρεται στην Ελληνική βιβλιογραφία και ως Θηνιάτικο. Σύμφωνα με τον Ευρυβιάδη Σκλάβο (Κτήμα Σκλάβου), “το Θηνιάτικο είναι ένα παραδοσιακό κρασί που συνήθιζαν να κάνουν στην περιοχή Θηνιά της Κεφαλλονιάς, από αμπέλια που ήταν φυτεμένα με Μαυροδάφνη, αλλά και με δυο ακόμη ερυθρές ποικιλίες, το Κορφιάτικο και το Αρακληνό. Οι ποικιλίες αυτές μαζεύονταν πρόωρα, γιατί ο τρύγος γινόταν ταυτόχρονα με της Μαυροδάφνης, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των σύνθετων αμπελώνων (field blends) – περίπου το 75% – και που ωρίμαζε νωρίτερα. Ο πρόωρος τρυγητός όμως αυτών των ποικιλιών έδινε στο Θηνιάτικο κρασί υψηλότερη οξύτητα, περισσότερη φινέτσα και έναν πιο φρέσκο αρωματικό χαρακτήρα”.

Η Μαυροδάφνη καλλιεργείται στα Ιόνια νησιά και κυρίως στην Κεφαλλονιά, όπου η παρουσία της μαρτυρείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα.

Επίσης καλλιεργείται στη ΒΔ Πελοπόννησο και κυρίως στο νομό Αχαΐας (περιοχή Πατρών) και σε μικρότερη κλίμακα στο νομό Ηλείας.

Επικρατεί η άποψη ότι η γνήσια Μαυροδάφνη είναι αυτή που οι αμπελουργοί αποκαλούν “Τσιγκελωτή” ή “Τσιγκέλω”. Η αναφορά στην παραλλαγή “Ρενιώ” όμως, εγείρει πολλά ερωτηματικά. Αρκετές από τις φυτεύσεις που αναφέρονται με αυτό το όνομα σε περιοχές της Αχαΐας είναι, είτε Τσιγκέλω ή παραγωγικές και μερικές φορές ξενικές ποικιλίες, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την Μαυροδάφνη. Επίσης είναι εντυπωσιακή η απουσία οποιασδήποτε αμπελογραφικής περιγραφής της  “Ρενιώς”.

Επιπρόσθετα, έχουν εντοπιστεί αρκετά δείγματα (πάνω από πέντε) σε περιοχές της Κεφαλονιάς, που δείχνουν διαφορετική κλωνική συμπεριφορά, με κάποια από αυτά να είναι ανθεκτικότερα στην ξηρασία, κάνοντας σταφύλια μικρότερου μεγέθους, πυκνόραγα και οψιμότερης ωρίμασης.

Υπό κανονικές συνθήκες οι αποδόσεις της κυμαίνονται από 400 έως 500 κιλά το στρέμμα, στους παλιούς αμπελώνες που είναι διαμορφωμένοι σε κυπελλοειδές σχήμα, ενώ φθάνει και ξεπερνά τα 1.000 κιλά το στρέμμα σε νέους αμπελώνες που είναι διαμορφωμένοι σε αμφίπλευρο Royat. Έχει παρατηρηθεί πάντως ότι οι ανθοκυάνες μειώνονται δραματικά όταν οι αποδόσεις αυξάνονται και επομένως, είναι προτιμότερο να φυτεύεται σε ρηχά και μη εύφορα εδάφη.

Είναι μια ποικιλία ευαίσθητη στην ανθόρροια και στην καρπόδεση, τον περονόσπορο και το ωίδιο, ενώ σύμφωνα με τον γεωπόνο/φυτωριούχο Κώστα Μπακασιέτα “το μεγάλο πρόβλημα της ποικιλίας είναι οι ιώσεις που εντοπίζονται στην πλειονότητα των φυτών, καθώς και η φόμοψη”.

Σύμφωνα με γενετικές μελέτες που έχουν γίνει από την HelleniferaSupAgro και την T. Lacombe, η Μαυροδάφνη έχει σχέση γονέα-απόγονου με τις ποικιλίες Δίβρωμο, Παπαδικό και Σκιαδόπουλο. Επίσης οι ποικιλίες Τσαούσι και Ζακυνθινό φαίνεται να είναι απόγονοι της.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά βήματα για καλλιέργειες φυτών απαλλαγμένα από ιώσεις και σύντομα θα έχουμε αποτελέσματα που ελπίζουμε να μας καταπλήξουν ευχάριστα.

 

 

 

Η εικόνα της Μαυροδάφνης σήμερα

Οι φυτεύσεις της βρίσκονται σε πολλές και διαφορετικές περιοχές της χώρας, σε μια έκταση λίγο πάνω από τα 7.000 στρέμματα.

Οι ξηρές εκδοχές της, από τις πρώτες εμφιαλώσεις, έδειξαν να γοητεύουν τόσο το οινόφιλο Ελληνικό κοινό, όσο και τους επαγγελματίες του κρασιού, κυρίως για το ιδιαίτερο τους στυλ. Ένα στυλ που οφείλεται αναμφισβήτητα στον αρωματικό χαρακτήρα της ποικιλίας, που είναι το έντονο μαύρο φρούτο, τα ζωικά στοιχεία, η βοτανικότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις, τα σαγηνευτικά αρώματα κόκκινων λουλουδιών, ενώ οι μέτριες τανίνες, η ήπια οξύτητα και η φρουτώδης πληθωρικότητα, σαγηνεύουν κυριολεκτικά τον ουρανίσκο

Η διαφοροποίηση της από την εικόνα της γλυκιάς εκδοχής, που τις περισσότερες φορές είναι συνδεδεμένη με το φθηνό και το παλιομοδίτικο, της προσθέτει γοητεία.

Το δυναμικό παλαίωσης της είναι ακόμη ανεξερεύνητο καθώς τα δείγματα από εμφιαλώσεις δεκαετίας και πάνω… απλά δεν υπάρχουν!

Από 18 μονοποικιλιακά δείγματα και 4 blends που δοκιμάστηκαν ταυτόχρονα σε πρόσφατη γευστική δοκιμή του Wine Style, φαίνεται ότι μια υψηλής ποιότητας Μαυροδάφνη μπορεί να εξελιχθεί όμορφα για οκτώ έως δέκα χρόνια.

Η ξηρή Μαυροδάφνη σήμερα, δείχνει να βρίσκεται πολύ κοντά στα πρότυπα των διεθνών αγοραστικών τάσεων για τα ερυθρά κρασιά, που είναι έτοιμα για κατανάλωση και αυτά είναι:

  • τα έντονα αρώματα φρέσκων φρούτων
  • οι μαλακές τανίνες
  • η μέτρια οξύτητα
  • η φινέτσα
  • το χαμηλό αλκοόλ

 

 

 

Που σκοντάφτει το πράγμα (μέχρι τώρα)

Το όνομα και η απαγόρευση της αναγραφής του στην ετικέτα, είναι σίγουρα ένα μείζον θέμα! (Επειδή η Μαυροδάφνη Κεφαλληνίας” και ή “Μαυροδάφνη Πατρών” είναι Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης (ΠΟΠ), απαγορεύεται η αναγραφή της ποικιλίας Μαυροδάφνη στην ετικέτα οποιασδήποτε άλλης φιάλης).

Ένα θέμα όμως που για κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί ευχή αν … άλλαζε το όνομα της.

Τα επιχειρήματα αυτής της θέσης είναι ότι το όνομα εκτός από δυσκολοπρόφερτο για τους ξένους, κουβαλάει και τα γνωστά “βαρίδια” της γλυκιάς ΠΟΠ Μαυροδάφνης, που έχουν διαμορφώσει την κακή της εικόνα μέχρι τώρα στις διεθνείς αγορές: φθηνό, χαμηλής ποιότητας γλυκό κρασί με υψηλό αλκοόλ. (Αυτό, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχουν και εξαιρετικές γλυκές Μαυροδάφνες).

Άλλωστε, τα οινοποιεία που κάνουν ξηρή Μαυροδάφνη σήμερα δεν είναι πάνω από είκοσι και αυτά, σε σχετικά μικρές παραγωγές.

Αυτό σημαίνει ότι μια αλλαγή ονόματος θα είχε αρνητικές συνέπειες για μερικούς παραγωγούς  αλλά θα ήταν περιορισμένης κλίμακας.

Στα μείον, θα μπορούσε να προστεθεί και η έλλειψη συγκεκριμένου στυλ και ταυτότητας της ποικιλίας στις ξηρές της εκδοχές …  τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Εντούτοις, μια συλλογική προσπάθεια για παραγωγή υψηλής ποιότητας μονοποικιλιακών κρασιών, σε συνδυασμό με την κατάλληλη επικοινωνία, θα μπορούσε σίγουρα να αντιστρέψει αυτήν την εικόνα.

 

Πως θα μπορούσε να γίνει το Hit της επόμενης μέρας;

Θα ήταν ευχής έργο, αν έστω και για μια φορά στην χώρα μας, τολμούσε κάποιος φορέας να θέσει υψηλά στάνταρτς, αυστηρούς κανόνες και ελεγκτικούς μηχανισμούς για την εφαρμογή τους στην παραγωγή κρασιών με συγκεκριμένη ταυτότητα και ποιότητα! Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας Σύνδεσμος Παραγωγών Ξηρής Μαυροδάφνης. Ένας σύνδεσμος με μέλη τους ίδιους τους παραγωγούς της. Κανόνες που θα έχουν να κάνουν με τα όρια των στρεμματικών αποδόσεων, με επιτρεπόμενους και μη τρόπους διαχείρισης των αμπελώνων, με συγκεκριμένους τρόπους οινοποίησης και ωρίμασης. Με αυστηρό έλεγχο της ποιότητας, της τυπικότητας και του στυλ των κρασιών πριν εμφιαλωθούν, από πάνελ γευσιγνωστών κοινής αποδοχής (κάτι που λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία σε παγκοσμίως αναγνωρισμένες περιοχές της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Αυστρίας και πολλών άλλων χωρών). Καλό θα ήταν να αντλήσουμε ιδέες από παραδείγματα όπως της Franciacorta DOCG στην Ιταλία ή του VDP στην Γερμανία.

Μια κοινής αισθητικής εμφάνιση όπως το σχήμα, το χρώμα της φιάλης και του καψιλίου θα μπορούσε να προσφέρει επιπλέον αναγνωρισιμότητα.

Όλα αυτά βέβαια ακούγονται πολύ ωραία θεωρητικά, αλλά τις περισσότερες φορές στην πράξη τα πράγματα δυσκολεύουν αφάνταστα, πολλές φορές ακόμα και για τα αυτονόητα. Όμως όταν υπάρχει συνέργεια και σύμπνοια, όραμα και κοινοί στόχοι με την ανάλογη υποστήριξη, τα πάντα είναι δυνατά.

Ούτως ή άλλως, η κινητήρια δύναμη υπάρχει και είναι η Μαυροδάφνη, περιμένοντας να λάμψει, όπως ένα ακατέργαστο διαμάντι.

Στέφανος Κόγιας DipWSET

0

Share this post