Βασίλης Κουρτάκης: Ο ακούραστος εραστής του κρασιού, δεν είναι πια μαζί μας…

Βασίλης Κουρτάκης: Ο ακούραστος εραστής του κρασιού, δεν είναι πια μαζί μας…

του Λεωνίδα Κουμάκη

Γνώρισα για πρώτη φορά τον Βασίλη Κουρτάκη το έτος 1967, όταν αμούστακο παιδί ακόμα, ήμουν δεν ήμουν 18 χρονών, άρχισα να εργάζομαι στο οινολογικό εργαστήριο που διατηρούσε ο πατέρας του, Δημήτρης Κουρτάκης, στην Στοά Κουρτάκη της οδού Κολοκοτρώνη, στο κέντρο της Αθήνας. Αποτελούσε την τρίτη γενιά μια οικογένειας που είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο κρασί. Είχε ολοκληρώσει τις οινολογικές σπουδές του στην Ντιζόν της Γαλλίας, στο ίδιο μέρος που είχε φοιτήσει και ο πατέρας του. Επέστρεψε στην οικογενειακή επιχείρηση με νεανικό ενθουσιασμό, πολλές ιδέες, γνώσεις αλλά και εμπειρία που απέκτησε στην Γαλλία από την εκεί παραμονή και εργασία του.

Ο Βασίλης Κουρτάκης υπήρξε ένας δημιουργικός επαναστάτης, ένας εργασιομανής, πολλές φορές σε βάρος του χρόνου για την οικογένεια του, ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της αιώνιας αντιπαλότητας παλαιάς και νέας γενιάς. Μπήκε στην ανθούσα οικογενειακή επιχείρηση που ασχολείτο κατά 100% με το χύμα κρασί (Ρετσίνα) και την άφησε πίσω του με την παραγωγή δεκάδων τύπων ελληνικού, 100% εμφιαλωμένου κρασιού και στην πρώτη θέση της ελληνικής αγοράς (από απόψεως τζίρου-στοιχεία 2019)

Οι πρώτες του προσπάθειες ήταν να καθιερώσει την εμφιαλωμένη ρετσίνα, με μεγάλες για την εποχή εκείνη επενδύσεις σε πάγιες εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό. Η διστακτικότητα του πατέρα του για τα «μεγάλα ανοίγματα» και τους κινδύνους που εγκυμονούσαν, δεν στάθηκε ικανή να τον σταματήσει. Ήταν η εποχή που στην Ελληνική αγορά κυριαρχούσε η αυτοκρατορία Φίξ (μπύρα Φιξ και ρετσίνα «Πλάκα»), με πολλά όμως προβλήματα από την ανάμειξη του ονόματος της οικογένειας  στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Έτσι, η αγορά από την αρχή είδε με μεγάλη συμπάθεια την τιτάνια προσπάθεια ενός νέου ανθρώπου που σύντομα απέκτησε την φήμη της απλότητας, της εργατικότητας και της συνέπειας.

Η ραγδαία ανάπτυξη των πωλήσεων, η περίφημη διαφήμιση της δεκαετίας του 1970 (Σουβλάκι και Κουρτάκη) που άφησε εποχή και η εφαρμογή νέων μεθόδων στην σταθεροποίηση και στην εξασφάλιση της ποιότητας της «Ρετσίνας Κουρτάκη» οδήγησε μια χρονιά στην εξάντληση όλων των αποθεμάτων από τον Ιούλιο μήνα. Έτσι μέχρι την νέα σοδειά, οι τελευταίες φιάλες κυκλοφόρησαν στην αγορά με ένα μικρό κείμενο που έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (σε ελεύθερη απόδοση):

«Η αγάπη σας για την «Ρετσίνα Κουρτάκη» εξάντλησε τα αποθέματα μας νωρίτερα από ήταν ανθρώπινα δυνατό να προβλέψουμε. Φυσικά, είναι τελείως αδύνατο να σκεφτούμε οποιαδήποτε υποβάθμιση της ποιότητας προκειμένου να ανταποκριθούμε στην ζήτηση. Σας ζητάμε λοιπόν να περιμένετε λίγες βδομάδες μέχρι να ξαναβάλετε στο τραπέζι την αγαπημένη σας «Ρετσίνα Κουρτάκη».

Μετά όμως από το «πάθημα» αυτό, οι πωλήσεις αυξήθηκαν γεωμετρικά, μετατρέποντας την ολοένα και μεγαλύτερη ζήτηση σε αγώνα δρόμου για την σωστή και αποτελεσματική ικανοποίηση της.

Ο Βασίλης Κουρτάκης το 1992 εγκαινίασε μια πρωτοποριακή συνεργασία με τον Γιάννη Καλλιγά, που εξελίχθηκε στην πλήρη ιδιοκτησία των σημάτων «Καλλιγά». Το έτος 2000 επιχείρησε να αποσυνδέσει την ταύτιση του σήματος «Κουρτάκης» με την Ρετσίνα, αλλάζοντας την επωνυμία  της εταιρίας από «Δ. Κουρτάκης ΑΕ» σε «Ελληνικά Κελάρια Οίνων Α.Ε». Το 2004, επιχειρώντας μια ακόμα ποιοτική στροφή, προέβη στην εμπορική σύμπραξη με τον οινοποιό Άγγελο Ρούβαλη και απέκτησε το 50% της εταιρίας Οινοφόρος Α.Ε.

Ο Βασίλης Κουρτάκης δημιούργησε σταδιακά γύρω του ένα πυρήνα στενών συνεργατών, μερικοί από τους οποίους παραμένουν ακόμα στην οικογενειακή επιχείρηση, το τιμόνι της οποίας έχει αναλάβει εδώ και λίγα χρόνια, ο εκπρόσωπος της τέταρτης γενιάς της οικογένειας Δημήτρης Κουρτάκης. Πολύτιμοι συνεργάτες του υπήρξαν ο Βασίλης Πυροβολάκης (οινολογικό τμήμα), ο Σπύρος Σακελλαρίου (τμήμα παραγωγής), οι «στυλοβάτες» της οικονομικής σταθερότητας της επιχείρησης (Γιάννης Δεμοιράκος και Λευτέρης Ζαρακιώτης) – οι τρείς τελευταίοι παραμένουν στην οικογενειακή επιχείρηση, ο Θανάσης Σταθόπουλος (νομικός), η Άρτεμις Κοκκινάκη και αρκετοί ακόμα. Τολμώ να προσθέσω και τον εαυτό μου, ο οποίος από το τέλος της δεκαετίας του 1970 ανέλαβε την ανάπτυξη των εξαγωγών, «παραλαμβάνοντας» εξαγωγές μόλις 100 κιβωτίων και «παραδίδοντας» το 1997 εξαγωγές ύψους 1.500.000 κιβωτίων ετησίως, περιφερειοποιημένες σε περισσότερες από 30 χώρες του κόσμου.

Ο Βασίλης Κουρτάκης για δύο δεκαετίες υπήρξε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Οινοποιών (12 χρόνια) και του Συνδέσμου Ευρωπαίων Οινοποιών (8 χρόνια) προσφέροντας ουσιαστικά και πρακτικά λύσεις στα ποικιλόμορφα προβλήματα της Ελληνικής αμπελουργίας και οινοποιίας, με βαθιά γνώση του κλάδου και των ιδιαιτεροτήτων του.

Δούλεψα μαζί με τον Βασίλη Κουρτάκη για τριάντα ολόκληρα χρόνια – μέχρι τον Δεκέμβριο του 1997 όταν χωρίσανε οι δρόμοι μας. Φεύγοντας αποτύπωσα την πορεία μου μέσα στην επιχείρηση στον «Αποχαιρετισμό», ένα σύντομο κείμενο με διαχρονικά μηνύματα για την εκάστοτε νέα γενιά.

Είναι αδύνατο, κάτω από την πίεση της ανθρώπινης συγκίνησης, να περιγράψει κανείς μέσα σε λίγες γραμμές την πληθωρική, δημιουργική και σύνθετη προσωπικότητα του Βασίλη Κουρτάκη. Ενός ανθρώπου ο οποίος στην μακρά πορεία του δημιούργησε πολλούς φίλους, και φυσικά, και κάποιους που δεν έβλεπαν, για διάφορους λόγους, θετικά την τολμηρή διαδρομή του. Ένα πάντως είναι βέβαιο: Η Ελληνική Οινοποιία έχασε έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της. Ο θάνατός του σκορπάει απέραντη θλίψη σε ολόκληρο τον ελληνικό οινοποιητικό κλάδο.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.

Βασίλη Κουρτάκη, εμείς που σε γνωρίσαμε και σε ζήσαμε από κοντά, θα σε θυμόμαστε πάντα, με τα θετικά και τα αρνητικά σου.

Καλό σου ταξίδι στη χώρα των αγγέλων!

 

 

 

Share this post