Ελληνικές Ερυθρές Ποικιλίες Που Αξίζει Να Προσέξουμε Καλύτερα

Ελληνικές Ερυθρές Ποικιλίες Που Αξίζει Να Προσέξουμε Καλύτερα

Από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, τότε που ξεκινούσε ουσιαστικά η αναγέννηση του σύγχρονου ελληνικού κρασιού, ανάμεσα στις διεθνείς ποικιλίες που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή, είχαν ξεχωρίσει και κάποιες ελληνικές οινοποιήσιμες ποικιλίες σταφυλιών, οι οποίες σήμερα μονοπωλούν τη ζήτηση λόγω ποιότητας και αναγνωρισιμότητας.

Σε αυτό το πρώτο κύμα ανάδειξης του δυναμικού των ερυθρών ελληνικών ποικιλιών κυριάρχησαν το Αγιωργίτικο και το Ξινόμαυρο, τα οποία συνεχίζουν να βρίσκονται στη πρώτη γραμμή.

Παράλληλα είχαν αρχίσει οι πειραματισμοί και η παρατήρηση μερικών ακόμη ποικιλιών, όπως το Λημνιό και το Μαυρούδι στη βόρεια Ελλάδα, η Μαντηλαριά που ευδοκιμούσε ήδη στα νησιά του Αιγαίου και στη Κρήτη, η Μαυροδάφνη και ο Αυγουστιάτης στην Αιγιαλεία, την Πάτρα και τα νησιά του Ιονίου και η Λημνιώνα στην κεντρική Ελλάδα, ποικιλίες που σήμερα θεωρούνται, σχεδόν καθιερωμένες αν και οι εκτάσεις τους είναι ακόμα χαμηλές.

Τα τελευταία έξι-επτά χρόνια όμως, πολλοί σομελιέ και αρθρογράφοι διεθνούς επιρροής, άρχισαν να αναζητούν κρασιά από ποικιλίες λιγότερο έως και καθόλου γνωστές. Αυτή ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για την ελληνική βιομηχανία οίνου, να εκμεταλλευτεί τον τεράστιο πλούτο των γηγενών ποικιλιών που διαθέτει.

Μερικές ερυθρές ποικιλίες λοιπόν που συνθέτουν αυτό το τρίτο κύμα ανάδειξης του εθνικού αμπελουρικού μας πλούτου θα μπορούσαν να είναι:

 

Βραδυανό

Σήμερα το βρίσκουμε φυτεμένο εκτός από τη βόρεια Εύβοια, στην Φθιώτιδα, την Μαγνησία, την Βοιωτία και την Αττική. Αν και παλαιότερα αποτελούσε μονοκαλλιέργεια για τις Σποράδες και κυρίως για τη Σκόπελο, δεν υπάρχει πλέον εκεί ούτε δείγμα. Μερικοί πιστεύουν ότι είναι Γαλλική ποικιλία, αλλά τα αποτελέσματα της ταυτοποίησης του DNA που αναμένονται θα δείξουν περί τίνος πρόκειται.

Το Βραδυανό οφείλει την αναβίωση του αρχικά στην οικογένεια Κουτσογιωργάκη (το οινοποιείο σήμερα είναι ανενεργό), που ξεχώρισε τα διάσπαρτα φυτά την δεκαετία του ’90 και το εμφιάλωσε για πρώτη φορά το 2006. Ως ποικιλία όμως, διαδόθηκε κυρίως από τον Κώστα Βρυνιώτη που σήμερα το καλλιεργεί συστηματικά και κυκλοφορεί το ένα και μοναδικό μονοποικιλιακό δείγμα Βραδυανού.

Το Βραδυανό, δίνει κρασιά μέτρια χρωματική ένταση, υψηλή εκχύλιση φρούτου, υψηλή οξύτητα, υψηλές τανίνες και μέτριο αλκοόλ, στοιχεία που του προσδίδουν μεγάλο δυναμικό παλαίωσης. Ωριμάζει αργά και ίσως από κει να πήρε το όνομα του.

Ο αρωματικός ποικιλιακός του χαρακτήρας θυμίζει μικρά κόκκινα και μαύρα φρούτα, πίσσα, δάφνη και κανέλα, ενώ ενσωματώνει πολύ καλά την επαφή του με δρύινα βαρέλια.

Το μοναδικό δείγμα που μπορεί να δοκιμάσει κάποιος είναι το Βραδυανό του Οινοποιείου Βρυνιώτη που είναι πραγματικά υπέροχο.

 

Κοτσιφάλι

Το Κοτσιφάλι είναι μια ποικιλία-ορόσημο για τον αμπελώνα της Κρήτης, που  καθορίζει το στυλ πολλών ερυθρών ξηρών κρασιών του νησιού, αλλά είναι σχεδόν ανύπαρκτη οπουδήποτε αλλού.

Το Κοτσιφάλι δίνει κρασιά μεσογειακού στυλ, με απαλό χρώμα, ένταση αρωμάτων, σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη, με ήπιες ταννίνες και υψηλή οξύτητα. Συνήθως αναμειγνύεται με σκουρόχρωμες ερυθρές ποικιλίες, διεθνείς ή γηγενείς και με τη Μαντηλαριά.

Τα κρασιά του που είναι καλό να σερβίρονται δροσερά (13 – 15°C) ταιριάζουν αρμονικά με μαγειρευτά καλοκαιρινά φαγητά, όπως τα λαδερά και τα γεμιστά, λευκά κρέατα και κατσικάκι.

Αν θέλετε να πάρετε μια ιδέα, δοκιμάστε το Κοτσιφάλι του Λυραράκη, του Οινοποιείου Ενδοχώρα, του Διγενάκη  ή το 3,14 του Κτήματος Πατεριανάκη.

 

Βερτζαμί

Το Βερτζαμί είναι μια σπάνια ποικιλία της δυτικής Ελλάδας. Κατά τους Λογοθέτη και Βλάχο (1966), η ίδια ποικιλία ή συγγενής με αυτήν, ήταν γνωστή από τον 16ο αιώνα με το όνομα Margamino ή Berzamino στη Βόρεια Ιταλία και πιθανόν να εισήχθηκε στη Λευκάδα από την Ιταλία, την εποχή της κατοχής από τους Βενετούς. Σήμερα το συναντάμε κυρίως στην Λευκάδα, στην βορειοδυτική Πελοπόννησο και στην Ήπειρο.

Αν και δίνει κρασιά με εντυπωσιακή ένταση αρωμάτων και γεύσεων, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με βερτζαμί είναι εξαιρετικά λίγες.

Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα ελάχιστα μονοποικιλιακά κρασιά που κυκλοφορούν είναι εντυπωσιακά. Βαθύ πορφυρό χρώμα – είναι μια από τις πιο πλούσιες ποικιλίες σε ανθοκυάνες – και εκρηκτική μύτη, με αρώματα που παραπέμπουν σε βιολέτα και φρέσκα μαύρα φρούτα, με νότες ευκαλύπτου και με ζωικές οσμές όταν είναι φρεσκοζυμωμένο. Τα περισσότερα ωριμάζουν σε βαρέλι το οποίο ενσωματώνεται ωραία και παράλληλα τιθασεύει τα σκληρά του στοιχεία, προσδίδοντας στο σύνολο αρώματα κέδρου και βανίλιας.

Συνήθως έχει υψηλή οξύτητα και υψηλές αλλά φίνες τανίνες και μέτριο αλκοολικό βαθμό.

Το φυτό είναι ανθεκτικό στις ασθένειες της αμπέλου, εκτός ίσως από το ωίδιο, ωριμάζει το δεύτερο μισό του Σεπτέμβρη και ευδοκιμεί σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο, καθώς σε μεγαλύτερα υψόμετρα αδυνατεί να ωριμάσει.

Κρασιά που αξίζει να δοκιμάσει κανείς από Βερτζαμί είναι του οινοποιείου Λευκαδίτικη Γη, το Διάγων από την Οινοποιία Μαρκόγιαννη και το κλασικό πλέον Γεροντόκλημα των Αμπελώνων Αντωνόπουλου.

 

Μούχταρο

Το Μούχταρο είναι μία ποικιλία που ευδοκιμεί στην Κοιλάδα των Μουσών στη Βοιωτία, ενώ υπάρχουν και κάποιες ελάχιστες φυτεύσεις στη Φωκίδα.

Μια ακόμη γηγενής ποικιλία που σώθηκε χάρη στο πείσμα των Νικόλαου και Αθανάσιου Ζαχαρία, οι οποίοι επέμεναν να καλλιεργούν το Μούχταρο, όταν οι αμπελουργοί της περιοχής  το αντικαθιστούσαν με άλλες, πιο αποδοτικές ποικιλίες. Άλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά του Μούχταρου είναι οι μικρές αποδόσεις.

Το Μούχταρο που ωριμάζει προς το τέλος του Σεπτέμβρη, δίνει κρασιά με σύνθετα αρωματικά χαρακτηριστικά φρέσκων μαύρων φρούτων, όπως τα βατόμουρα και τα δαμάσκηνα, με ανθικά στοιχεία βιολέτας, αρωματικών βοτάνων όπως η μέντα και νότες μαύρου πιπεριού.

Έχει μέτριες μαλακές, τανίνες, υψηλή οξύτητα και αλκοόλ που κυμαίνεται μεταξύ του 13% και 14%abv. Η καλή αίσθηση του φρούτου στο στόμα του προσδίδει υψηλό  δυναμικό παλαίωσης.

Το Μούχταρο από το Κτήμα Μουσών είναι το πρώτο που εμφιαλώθηκε και κυκλοφορεί από το 2002 ενώ τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί και από το γειτονικό Κτήμα Σαμαρτζή.

 

 

Βλάχικο

Το Βλάχικο είναι μια ποικιλία που προέρχεται από τις πιο κρύες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Πρόκειται για μια ερυθρή ποικιλία, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ερυθρών κρασιών. Αν και μερικές φορές ωριμάζει σε βαρέλι, η καθαρή ποικιλιακή του έκφραση είναι πολύ γοητευτική . Παρότι παραδοσιακά αναμειγνύοταν με άλλες ποικιλίες, τελευταία τόσο οι παραγωγοί όσο και οι λάτρεις του κρασιού εκτιμούν τις ιδιότητες των μονοποικιλιακών του εκφράσεων.

Το Βλάχικο δίνει κρασιά δροσιστικά, γοητευτικά και γευστικά, συνήθως ανοιχτόχρωμα, με έντονα και ξεκάθαρα αρώματα που παραπέμπουν σε φρεσκοκομμένα κόκκινα φρούτα του δάσους, με κάποιες φυτικές νύξεις, όταν δε έρθει σε επαφή με δρύινο βαρέλι τα  γλυκά μπαχαρικά του προσθέτουν πολυπλοκότητα. Συνήθως έχει μέτριο αλκοόλ κοντά στο 12 – 12,5%, διακριτικές ταννίνες και υψηλή οξύτητα .

Καλλιεργείται στην Ήπειρο, πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο και χαμηλές θερμοκρασίες.

Ιδανικά κρασιά για τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια, σε δροσερή θερμοκρασία ή για συνδυασμούς  με κρύα πιάτα, ημίσκληρα τυριά και αλλαντικά. Παρά την ελαφριά δομή τους, τα κρασιά από βλάχικο μπορούν να εξελιχθούν και να βελτιωθούν παλαιώνοντας από τέσσερα έως επτά χρόνια.

Δοκιμάστε το Βλάχικο του Γκλίναβου, του οινοποιείου Ζοίνος Ζίτσα ή του Κτήματος Αβέρωφ. Όλα τους εξαιρετικά παραδείγματα της ποικιλίας.

 

Μαυροτράγανο

Μέχρι πριν από ελάχιστα χρόνια η ερυθρή ποικιλία με τις μαύρες και τραγανές ρώγες συμμετείχε μόνο στα γλυκά κρασιά της Σαντορίνης, κινδυνεύοντας μάλιστα να αφανιστεί. Σήμερα, έχει γίνει πλέον μια από τις πιο πολυσυζητημένες ποικιλίες για την παραγωγή ερυθρών κρασιών και το μέλλον του μαυροτράγανου δείχνει πιο ευοίωνο από ποτέ, αφού συνδυάζει εξωτισμό και μοναδικότητα σε ένα μοναδικό πακέτο!

Οι οινοπαραγωγοί της Σαντορίνης χρειάστηκε να ψάξουν κλήμα-κλήμα στα ηφαιστειογενή εδάφη του νησιού προκειμένου να ξεχωρίσουν και να πολλαπλασιάσουν τα λιγοστά παλαιά φυτά της ποικιλίας.

Σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που το θεωρούν ως το ερυθρό Ασύρτικο της Σαντορίνης, ενώ το βρίσκουμε πλέον φυτεμένο και σε αρκετές περιοχές της βόρειας Ελλάδας.

Δίνει μερικά από τα πιο σκουρόχρωμα κρασιά, που τα αρώματα τους θυμίζουν βιολέτες και γαρύφαλα, βύσσινα και κεράσια, ενώ η σχέση του με το βαρέλι είναι πολύ φιλική, καθώς ενσωματώνει ωραία τα αρώματα της βανίλιας, του καφέ και του ταμπάκο. Έχει γεμάτο σώμα και υψηλές τανίνες, ενώ το αλκοόλ του είναι σχεδόν πάντα υψηλό.

Είναι μια ξεχωριστή ποικιλία που μπορεί να προσφέρει πρωτόγνωρες εμπειρίες. Άνετα μπορεί να συνοδεύσει ψημένα και σιγομαγειρεμένα κρέατα, με πλούσιες κόκκινες σάλτσες και ώριμα κίτρινα τυριά!

Δοκιμάστε το Μαυροτράγανο του Αργυρού, του Σιγάλα, της Santo ή του Χατζηδάκη από τη Σαντορίνη, του Τ-Οίνος από την Τήνο ή του Ντούγκου από την Πιερία και θα εντυπωσιαστείτε.

 

Μοσχόμαυρο

Το Μοσχόμαυρο είναι φυτεμένο κυρίως στους νομούς Κοζάνης και Γρεβενών, με κάποια διάσπαρτα φυτά στη Θράκη και τη Θεσσαλία.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν μονοποικιλιακές εμφιαλώσεις παρά μόνο σε μπλεντ κρασιών με βάση το Ξινόμαυρο, στα οποία σκοπός του ήταν να τιθασεύει τις τανίνες και να προσδίδει τον γοητευτικό αρωματικό του χαρακτήρα. Σήμερα κυκλοφορούν τρεις-τέσσερις μονοποικιλιακές ερυθρές εκφράσεις του και ένα-δυο πολύ ενδιαφέροντα ροζέ. Τα ροζέ, είναι μάλιστα μια κατηγορία κρασιών που θα μπορούσε να αναδείξει την ποικιλία ακόμη περισσότερο.

Ωριμάζει αργά, συνήθως το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτώβρη και δίνει κρασιά ανοιχτόχρωμα, με έντονα αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων, όπως η φράουλα, το σμέουρο και το βύσσινο, άνθη τριαντάφυλλου και φλούδας εσπεριδοειδών όπως τα κίτρα.

Έχει υψηλή οξύτητα, χαμηλές τανίνες και το αλκοόλ του δύσκολα ξεπερνά το 13%abv. Κρασιά δηλαδή γοητευτικά που δεν χρειάζονται παλαίωση και είναι ιδιαίτερα ευχάριστα όταν καταναλώνονται σε δροσερές θερμοκρασίες το καλοκαίρι.

Το Μοσχόμαυρο του Οινοποιείου Διαμαντή από τη Σιάτιστα πρωτοκυκλοφόρησε ως μονοποικιλιακό το 2016 και είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της δυναμικής που έχει η ποικιλία. Κυκλοφορεί επίσης από το Κτήμα Δύο Φίλοι και σε χαρμάνι από το Κτήμα Βογιατζή και από το οινοποιείο Μπελίδη.

 

Λιάτικο

Το Λιάτικο είναι μια ποικιλία που εκφράζει, λόγω του αδύναμου χρώματος, ένα πολύ ξεχωριστό αν και συχνά παρεξηγημένο στυλ.

Είναι όμως μια ποικιλία που μπορεί να δώσει ερυθρά ξηρά κρασιά εξαιρετικής φινέτσας, με θεσπέσια γεύση, που φτάνει στο απόγειό της όταν δίνει γλυκά κρασιά. Τα γλυκά κρασιά από Λιάτικο φτιάχνονται από λιαστά σταφύλια, κάτι που δεν συνηθίζεται στις ερυθρές ποικιλίες.

Τα κρασιά του Λιάτικου στη μύτη είναι έντονα και τα αρώματα του θυμίζουν ώριμα κόκκινα φρούτα, μενεξέδες και αποξηραμένα βότανα, ενώ όταν έρχεται σε επαφή με δρύ, εκφράζει όμορφα τη βανίλια και τα γλυκά μπαχαρικά. Στο στόμα είναι πλούσιο, με υψηλά επίπεδα αλκοόλης, συνήθως μέτρια οξύτητα και χαμηλές μεταξένιες ταννίνες.

Το Λιάτικο το συναντάμε σε όλη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από το Ηράκλειο και το Λασίθι, όπου μπορεί να προστεθεί και μια μικρή ποσότητα Μανδηλαριάς για προσθήκη τανινών και χρώματος.

Τα λιαστά κρασιά από Λιάτικο μπορούν να είναι συγκλονιστικά για δεκαετίες, αλλά και τα ξηρά χρειάζονται κάποια χρονάκια παλαίωσης για να γίνουν πιο απολαυστικά, ενώ παλαιώνουν άνετα για δέκα ή και περισσότερα χρόνια.

Μπορεί να είναι ευχάριστα από μόνα τους, αλλά ταιριάζουν ακόμα καλύτερα με μαγειρευτά κρεατικά, ζυμαρικά με κόκκινες σάλτσες και αλμυρά λιπαρά Κρητικά τυριά ιδίως όταν το κρασί είναι λιαστό.

Το Δάφνιος Λιάτικο του Δουλουφάκη είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της ποικιλίας και μάλιστα σε εξαιρετική τιμή, όπως και το Κομψός του Καραβιτάκη, το Αγγελής του Λυραράκη, το Grifos του Οινοποιείου Σίλβα  και το Πετάλι του Διαμαντάκη.

 

Μαύρο Καλαβρυτινό

Το Μαύρο Καλαβρυτινό είναι μια σπάνια ποικιλία που καλλιεργείται σποραδικά στην ορεινή Αιγιάλεια και στα χωριά των Καλαβρύτων. Στην ίδια οικογένεια με το Μαύρο Καλαβρυτινό ανήκουν το Ψιλόμαυρο Καλαβρυτινό και τo Χονδρόμαυρο Καλαβρυτινό, ενώ και οι τρείς παραλλαγές, συναντώνται σε παλαιούς κυπελλοειδείς αμπελώνες μαζί με άλλες λευκές τοπικές ποικιλίες.

Η εγκατάλειψη της αμπελοκάλλιεργειας στα ορεινά χωριά των Καλαβρύτων, η εισαγωγή των ξενικών ποικιλιών σε συνδυασμό με την αργή ωρίμαση και την ευαισθησία στις ασθένειες οδήγησαν την ποικιλία στα πρόθηρα της εξαφάνισης.

Το οινοποιείο Τετράμυθος όμως αναβίωσε το Μαύρο και από το 2005 παράγει και κυκλοφορεί το Μαύρο Καλαβρυτινό με πολύ μεγάλη επιτυχία. Τα τελευταια χρόνια οινοποιείται και από το οινοποιείο Κροκιδάς, ενώ το συναντάμε και σε ροζέ οινοποίηση από το οινοποιείο Εδανός, καθώς και σε χαρμάνια από την Καβίνο και το οινοποιείο Κανακάρης.

Ωριμάζει στα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου και δίνει κρασιά με χρώμα ήπιας έντασης, με αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων όπως το κεράσι και η φράουλα, βιολέτας με κάποιες γήινες και ζωικές νότες.

Έχει υψηλή οξύτητα, μέτριες λεπτόκοκκες τανίνες και μακριά φρουτώδη διάρκεια, ενώ το αλκοόλ του δεν ξεπερνά του 13,5%sbv.

 

Στεφανος Κόγιας DipWSPC

Share this post