To Μοσχόμαυρο ως ηγέτης και πρωταγωνιστής μιας περιοχής

To Μοσχόμαυρο ως ηγέτης και πρωταγωνιστής μιας περιοχής

Κείμενο & Φωτογραφία: Στέφανος Κόγιας DipWSET

Το Μοσχόμαυρο είναι μια ποικιλία που δεν έχει μπει ακόμη στη σφαίρα του ενδιαφέροντος των οινόφιλων. Καθόλου περίεργο, μιας και μέχρι πριν από 5 χρόνια δεν κυκλοφορούσε ούτε ένα μονοποικιλιακό εμφιαλωμένο κρασί από Μοσχόμαυρο. Αυτό φαίνεται να αλλάζει και μάλιστα με τρόπο τόσο εντυπωσιακό, όσο και τα κρασιά που μπορεί να δώσει αυτή η ερυθρή ποικιλία, που βρίσκεται φυτεμένη κυρίως στους νομούς Κοζάνης και Γρεβενών, με κάποια διάσπαρτα φυτά στην Θράκη και στην Θεσσαλία.

Μπορεί από το όνομα του να νομίσει κάποιος ότι πρόκειται για μια ακόμη μοσχατίζουσα ποικιλία, αλλά δεν έχει καμιά συγγενική σχέση με την οικογένεια των Μοσχάτων. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Διαμαντή του οινοποιείου Magoutes, που δουλεύει συστηματικά την ποικιλία τα τελευταία χρόνια στη Σιάτιστα (πιθανή κοιτίδα της ποικιλίας), στην περιοχή χρησιμοποιούν συχνά το πρόθεμα «μοσχ» όταν θέλουν να πουν ότι κάτι είναι πολύ νόστιμο και μάλλον από εκεί προέκυψε η ονομασία αυτού του έντονα αρωματικού αυτού σταφυλιού.

Μέχρι πρόσφατα το συναντούσαμε μόνο σε χαρμάνια κρασιών με βάση το Ξινόμαυρο, στα οποία ο ρόλος του ήταν να τιθασεύσει τις τανίνες του συντοπίτη του και να προσδώσει μόνο κάτι από το γοητευτικό αρωματικό του χαρακτήρα. Άλλωστε, ακόμα και οι φυτεύσεις του μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν, σχεδόν αποκλειστικά, αναμεμειγμένες με άλλες ποικιλίες, σε παλιούς σύνθετους αμπελώνες (Field Blend).

Ευτυχώς που υπάρχουν και οινοποιοί με όραμα και ανησυχίες, που δε σταματούν να δοκιμάζουν, να πειραματίζονται, αλλά και να αφουγκράζονται τις αλλαγές που συντελούνται στην αγορά του κρασιού. Σήμερα υπάρχουν κάποιες νέες φυτεύσεις Μοσχόμαυρου και κυκλοφορούν τρεις-τέσσερις μονοποικιλιακές ερυθρές εκφράσεις του και άλλες δυο-τρεις πολύ ενδιαφέρουσες ροζέ. Τα ροζέ είναι μάλιστα η κατηγορία που θα μπορούσε να αναδείξει την ποικιλία ακόμη περισσότερο.

Μια ποικιλία αρκετά ζωηρή και παραγωγική, με ικανοποιητική αντοχή στην ξηρασία, αλλά και με μια ευαισθησία στο βοτρύτη. Στις περισσότερες περιοχές την συναντάμε διαμορφωμένη σε κύπελλο ή σε γραμμικό αμφίπλευρο κορδόνι (double Royat) στα νεαρότερα αμπέλια. Ωριμάζει αργά, από τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη, μέχρι το και το τρίτο δεκαήμερο του Οκτώβρη, ανάλογα με την περιοχή.

Δίνει κρασιά μέτριας χρωματικής έντασης, με έντονα αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων, όπως η φράουλα, το σμέουρο και το βύσσινο, άνθη λευκών τριαντάφυλλων και φλούδας εσπεριδοειδών, όπως τα κίτρα. Η υψηλή οξύτητα και οι χαμηλές τανίνες είναι επίσης δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά του, ενώ το αλκοόλ δύσκολα ξεπερνά το 12,5% abv. Κρασιά δηλαδή γοητευτικά που δεν χρειάζονται παλαίωση και είναι ιδιαίτερα ευχάριστα όταν καταναλώνονται σε δροσερές θερμοκρασίες.

Το Μοσχόμαυρο ως ποικιλία είχε πάντα δεύτερο ρόλο στις περιοχές που το συναντάμε. Τα δομικά του στοιχεία δεν ταίριαζαν ιδιαίτερα με τα γευστικά στάνταρτς που κυριαρχούσαν γενικότερα για τα κρασιά στις δεκαετίας του ‘80 και του ‘90. Επιβίωσε από την εξαφάνιση, κυρίως επειδή η υψηλή του οξύτητα μπορούσε να δώσει ισορροπημένα γλυκά κρασιά, σαν τα λιαστά της Σιάτιστας, τα οποία σε αντίθεση με αυτό που υποδηλώνει το όνομα τους, γίνονται από σταφύλια που στεγνώνουν στη σκιά και όχι στον ήλιο.

Οι τάσεις όμως, ακόμα και για τις γεύσεις και τα στυλ των ποτών και των τροφών, έρχονται και παρέρχονται. Στις μέρες μας λοιπόν, που οι αγορές ζητούν όλο και περισσότερο κρασιά με φινέτσα, χαμηλό αλκοόλ και ευχάριστα φρέσκα φρουτώδη αρώματα, το Μοσχόμαυρο θα μπορούσε να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Εκτός όμως από πρωταγωνιστής θα μπορούσε να αναδειχθεί ακόμη και ως ηγέτης για μια περιοχή όπως η Σιάτιστα. Εκεί οι φυτεύσεις του Ξινόμαυρου μπορεί να είναι κατά πολύ περισσότερες, αλλά οι δυσκολίες ωρίμασης του, σε μια από τις πιο ψυχρές περιοχές της Ελλάδας δεν μπόρεσε να δώσει, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ανταγωνιστικά αποτελέσματα ως προς τα Ξινόμαυρα της Νάουσας ή του Αμύνταιου.

Αντίθετα το Μοσχόμαυρο, που μετράει τις περισσότερες φυτεύσεις στην περιοχή αυτή, με αρκετά από τα αμπέλια σε ηλικίες 50 και 60 ετών, μπορεί να “παίξει” χωρίς αντίπαλο και με τις συγκυρίες να το ευνοούν. Έχει ένα μοδάτο γευστικό και αρωματικό προφίλ, μπορεί να καταναλωθεί δροσερό, ακόμη και το καλοκαίρι, ενώ μεγάλη είναι και η ζήτηση από τις διεθνείς αγορές για κρασιά από γηγενείς, άγνωστες ποικιλίες, που γοητεύουν το σύγχρονο καταναλωτή. Μπορεί επίσης, ως παρτενέρ του Ξινόμαυρου, να αναδείξει ένα επιπλέον γοητευτικό στυλ κρασιού.

Όλα αυτά όμως θα παραμείνουν εικασίες αν οι ίδιοι οι καλλιεργητές και οι οινοποιοί της περιοχής δεν συνειδητοποιήσουν και δεν εκμεταλλευτούν την αξία και τις προοπτικές που θα μπορούσε τους δώσει το Μοσχόμαυρο.

Αξίζει να δοκιμάσει κανείς σήμερα:
Το Μοσχόμαυρο του Οινοποιείου Διαμαντή από τη Σιάτιστα. Πρωτοκυκλοφόρησε το 2016 και είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της δυναμικής που έχει αυτή η ποικιλία.
Το Mονοποικιλιακό Μοσχόμαυρο, από το Κτήμα Δύο Φίλοι.
Το Ερυθρό Exis του Κτήματος Μανωλεσάκη. Ένα κρασί δεξαμενής από τη Δράμα με 60% Μοσχόμαυρο και 40% Λημνιό
Το Μοσχόμαυρο – Ξινόμαυρο του Κτήματος Βογιατζή. Οι δύο ποικιλίες αναμιγνύονται αφού ζυμώσουν χώρια και ωριμάζουν μαζί σε δρύινα βαρέλια
Το Μοσχόμαυρο – Ξινόμαυρο του Οινοποιείου Μπελίδη. Εδώ οι δύο ποικιλίες τρυγούνται, συνοινοποιούνται και ωριμάζουν μαζί.
Το σαγηνευτικό Ροζέ από 100% Μοσχόμαυρο του Οινοποιείου Πάντου που βρίσκεται στη Φλώρινα.
Το Λαλίκος Variété, το πρώτο ροζέ κρασί που έκανε επιτυχία στην Ελλάδα, πολύ πριν από τη άνοδο της κατηγορίας. Το Μοσχόμαυρο συμμετέχει τα τελευταία χρόνια στο μπλεντ με το Grenache Rouge.

Στέφανος Κόγιας DipWSET

Share this post